Tuesday, July 12, 2005

Επικουρισμός

Επικουρισμός, με τη στενή έννοια, είναι η φιλοσοφική διδασκαλία του Επικούρου (341-270 π.Χ.). Σε ευρεία έννοια, είναι ένα σύστημα ηθικής που περιλαμβάνει κάθε αντίληψη ή τύπο για τη ζωή η οποία μπορεί να στηρίζεται πάνω στις αρχές της φιλοσοφίας του Επικούρου. Στην αρχαία απολογητική και μέχρι σήμερα ο όρος χρησιμοποιήθηκε με πολύ ευρύτερη (και σαφώς εσφαλμένη) έννοια ως ισοδύναμος προς τον ηδονισμό, δηλαδή τη διδασκαλία ότι το κύριο αγαθό είναι η ηδονή και η ευτυχία. Στην κοινή γλώσσα επικουρισμός σημαίνει αφιέρωση στην ηδονή, στην άνεση και στην καλοζωία, με κάποια λεπτότητα στους τρόπους συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια θα εξεταστούν οι τύχες της φιλοσοφίας του Επικούρου μετά τον Επίκουρο, οι επιδράσεις που αυτή άσκησε στη μετέπειτα σκέψη και θα επιχειρηθεί μια αξιολόγηση της από τον σύγχρονο κυρίως φιλοσοφικό στοχασμό.

Η σχολή τον Επικούρου

Ο διάδοχος του Επικούρου στη διεύθυνση του Κήπου ήταν ο Έρμαρχος από τη Μυτιλήνη, που τον διαδέχθηκε ο Πολύστρατος, ο τελευταίος μαθητής του Επίκουρου. Όμως σπουδαιότεροι και από τους δυο αυτούς υπήρξαν ο Μητρόδωρος και ο Κολώτης, εναντίον του οποίου είχε γράψει μια μικρή εργασία ο Πλούταρχος. Ανάμεσα στους επικούρειους του 2ου π.Χ. αιώνα αξιομνημόνευτοι είναι ο Δημήτριος ο Λάκων, από το έργο του οποίου μας έχουν σωθεί μερικά αποσπάσματα, και ο Απολλόδωρος, ο οποίος έγραψε περισσότερα από 400 βιβλία. Πολλά επίσης έγραψε και ο μαθητής του τελευταίου, ο Ζήνων από τη Σιδώνα, τον οποίο άκουσε ο Κικέρων να διδάσκει στην Αθήνα το 79 π.Χ. Μετά τον Ζήνωνα δίδαξε ο Φαίδρας, που κι αυτός υπήρξε δάσκαλος του Κικέρωνος το 90 π.Χ. στη Ρώμη, και ο Πατρών, που διηύθυνε τη σχολή ως το 51 π.Χ. Ξακουστός, εξάλλου, ως επιγραμματοποιός ήταν και ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα (γεννήθηκε το 110 π.Χ.). Στους Παπύρους του Ερκουλάνου, που περιλαμβάνουν τα περιεχόμενα της βιβλιοθήκης του Φιλοδήμου, υπάρχουν πολλά κατάλοιπα από το μεγάλο έργο του. Ο επικουρισμός είχε ήδη εισαχθεί στη Ρώμη τον 2ο π.Χ. αιώνα. Ο πρώτος που διέδωσε τη διδασκαλία των επικουρείων σε λατινικό πεζό λόγο ήταν κάποιος Αμαφίνιος. Στους χρόνους του Κικέρωνος ο επικουρισμός ήταν η φιλοσοφία της μόδας και ο αριθμός των Ρωμαίων που την παρακολουθούσαν —σύμφωνα με τον Κικέρωνα— ήταν πολύ μεγάλος. Ανάμεσα στους σπουδαιότερους ήταν ο Τίτος Λουκρητίας Κάρος (95-55 π.Χ.), ο οποίος, στο ποίημα De Rerum Natura, άφησε μια σχεδόν πλήρη και καταπληκτικά ακριβή έκθεση της Φυσικής του Επίκουρου. Τον βαθμό στον οποίο ο Επίκουρος ήταν ακόμη προσιτός από το κοινό κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα μας τον δίνει ο Σενέκας, ο οποίος τον υποστηρίζει και τον υπερασπίζεται θερμά. Στον 2ο μ.Χ. αιώνα ανήκει ο Διογένης από την Οινόανδα, ο οποίος χάραξε ορισμένα έργα του Επίκουρου στους τοίχους ενός πρόναου. Στον ίδιο αιώνα ίσως ανήκει ο Διογενιανός, του οποίου μερικά αποσπάσματα από την πολεμική του εναντίον του Στωικού Χρυσίππου σώθηκαν από τον ιστορικό της εκκλησίας Ευσέβιο. Επικούρειος επίσης είναι και ο επιγραμματοποιός Παλλάδας, που έζησε μεταξύ του 4ου και 5ου μ.Χ. αιώνα.

Λόγω του δογματικού χαρακτήρα και του πρακτικού σκοπού της, η φιλοσοφία του Επικούρου δεν υπήρξε αντικείμενο ανάπτυξης, εκτός από την πολεμική της και από την εφαρμογή της σε θέματα που ο Επίκουρος τα αντιμετώπισε με συντομία ή δεν τα αντιμετώπισε καθόλου. Για να το αντιληφθούμε αυτό, αρκεί να διεξέλθουμε τα κατάλοιπα των εκπροσώπων της σχολής του και ιδιαίτερα τις εργασίες του Φιλοδήμου από τα Γάδαρα.

Η φιλοσοφία του Επικούρου παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη. Άπαξ και θεμελιώθηκε η αλήθεια, δεν χρειάζεται πλέον συζήτηση, όταν μάλιστα ικανοποιεί πλήρως τον στόχο προς τον οποίο τείνει η ανθρώπινη φύση. Το πρώτο θέμα είναι να δει κανείς αυτόν τον στόχο. Όλα τα άλλα έρχονται μόνα τους- και δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνει κανείς από το να ακολουθήσει τον Επίκουρο, τον «ελευθερωτή» και τον «λυτρωτή», και να απομνημονεύει «τις μαγικές του λέξεις».

Ο επικουρισμός και ο εγωισμός στη νεώτερη σκέψη

Στον μεσαίωνα ο Επίκουρος έγινε γνωστός μέσω του Κικέρωνος και της πολεμικής που άσκησαν εναντίον του οι πατέρες της Εκκλησίας. Το να είναι κανείς επικούρειος στους χρόνους του Δάντη σήμαινε να είναι αρνητής της θείας πρόνοιας και της αθανασίας της ψυχής. Τον 15ο αιώνα, ο διαπρεπής ανθρωπιστής Λορέντσο Βαλα (Lorentzo Valla) —ακολουθώντας σύντομες υποδείξεις του Πετράρχη— έγραψε στον διάλογο του De Voluptate (Περί ηδονής, 1431) την πρώτη υπεράσπιση της ηθικής του Επικούρου κατά τους νεώτερους χρόνους, ισχυριζόμενος ότι το αληθινό αγαθό είναι η ηδονή και όχι η αρετή -κατέληγε όμως στο συμπέρασμα ότι η ύψιστη ηδονή είναι αυτή που περιμένει τον άνθρωπο στους ουρανούς και την οποία η Βίβλος η ίδια ονομάζει «παράδεισο της ηδονής».

Κατά τον 16ο αιώνα οι πρώτοι δύο μεγάλοι επικούρειοι υπήρξαν ο Μισέλ ντε Μονταίν (Michel de Montaigne) στη Γαλλία και ο Φραντσέσκο Γκιτσιαρντίνι (Francesco Guicciardini) στην Ιταλία. Επικούρειος σε όλα του, ως άνθρωπος και ως ποιητής, υπήρξε και ο κλασικιστής των αρχών του 16ου αιώνα Λουντοβίκο Αριόστο (Ludovico Ariosto). Αλλά το σύστημα του Επικούρου άνθησε στην ολότητα του με τον Προβηγκιανό ηγούμενο Πιερ Γκασαντί (Pierre Gassendi), ο οποίος προσέγγιζε την αλήθεια μέσω της πίστης. Ο Γκασαντί, το 1649, έγραψε ερμηνευτικά σχόλια για κάποιο βιβλίο του βιογράφου του 3ου μ.Χ. αιώνα Διογένη του Λαέρτιου. Αυτά τα σχόλια, που ονομάζονταν «Σύνταγμα της φιλοσοφίας του Επικούρου» εκδόθηκαν δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα στη Χάγη. Την ίδια εποχή στην Αγγλία ο Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), φίλος του Γκασαντί, πήρε πάλι τη θεωρία της ηδονής και την ερμήνευσε κατά δυναμικό τρόπο, που ήταν, γι' αυτόν τον λόγο, πλησιέστερος προς τη διδασκαλία των αρχαίων Κυρηναϊκών. Ξεκινώντας από την πρόταση ότι στον φυσικό κόσμο «ο άνθρωπος είναι ένας λύκος για τον άνθρωπο», κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ειρήνη, χωρίς την οποία δεν υπάρχει ευτυχία, δεν μπορεί να διασφαλιστεί παρά μόνο με τη βία και ότι αυτή η βία πρέπει, με κοινή συμφωνία, να αφεθεί στη δύναμη ενός και μόνο ανθρώπου.

Κατά τη διάρκεια του 17ου και του 18ου αιώνα η Ευρωπαϊκή χώρα στην οποία υπήρξε ακόμη ενεργός ο επικουρισμός ήταν η Γαλλία. Εκεί οι εκπρόσωποι της φιλοσοφίας αυτής ονομάζονταν ακόλαστοι άνθρωποι. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται διάφοροι μοραλιστές, όπως ο Φρ. Λαροσφουκώ (Frangois, due de la Rochefoucauld) και ο Εβρεμόντ (Charles de Saint Εvremonde), καθώς και επιστήμονες, όπως ο Ζ. ντε λα Μετρί (Julien de la Mettrie), o οποίος πίστευε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνευθεί ως μια μηχανή, ο Ελβέτιος (Claude-Adrien Helvetius), ο οποίος περιόριζε την ηθική του χρήσιμου σε μια μορφή πειραματικής επιστήμης, αλλά έβαζε το κοινό καλό πάνω από το ιδιωτικό και ο βαρώνος Χόλμπαχ [για τους Γάλλους ντ' Ολμπάκ (d'Holbach)], ο οποίος έδινε ιδιαίτερη σημασία στη φυσική των ατόμων. Η καθαρά επιστημονική αντίληψη της γνώσης βρήκε τον καλύτερο θεωρητικό εκφραστή της στον Κοντιγιάκ (Etienne de Condillac). Στην Αγγλία, ο Άνταμ Σμιθ (Adam Smith), αναπτύσσοντας τις ηθικές αντιλήψεις του Χιουμ (Hume), ανέτρεψε την άποψη ότι ο εγωισμός αποτελεί τη βάση κάθε πράξης. Μετά από αυτόν, ο νομομαθής Τζέρεμυ Μπένθαμ (Jeremy Bentham), εξαλείφοντας τη συμπάθεια, περιόρισε την ηθική σε απλό υπολογισμό της σκοπιμότητας, που —σε καθαρά επικούρεια διατύπωση— όριζε ως μια «ηθική αριθμητική». Στο επικουρειακό ρεύμα βρίσκεται επίσης ο ωφελιμισμός του 19ου αιώνα, μεγαλύτερος εκπρόσωπος του οποίου υπήρξε ο Τζων Στιούαρτ Μιλ (John Stuart Mill).

Ο επικουρισμός στη σύγχρονη φιλοσοφία. Στη σύγχρονη εποχή η ερμηνεία της ηδονής ως ψυχικής αρχής της δράσης άρχισε με τον Γκούσταφ Φέχνερ (Gustav Fechner), τον θεμελιωτή της ψυχοφυσικής, και αναπτύχθηκε προς το τέλος του αιώνα με τον Φρόυντ (Freud) στο ψυχοαναλυτικό επίπεδο του ασυνείδητου.

Κριτική και αξιολόγηση: Κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα, την εποχή που ο Πιερ Γκασαντί έκανε να αναβιώσει ο ατομιστικός επικουρισμός, ο Ρενέ Ντεκάρτ (Rene Descartes), που συχνά ονομάζεται θεμελιωτής της σύγχρονης φιλοσοφίας, προέβαλε επιχειρήματα που έτειναν στο να υποσκάψουν τον ατομισμό. Η πραγματικότητα, πίστευε, είναι γεμάτη, μια τέλεια πληρότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει, π.χ., κενή περιοχή ή το κενό του ατομισμού. Αφού η ύλη δεν είναι τίποτα άλλο παρά έκταση στον χώρο, οι μόνες αληθινές ιδιότητες της είναι γεωμετρικές και δυναμικές. Γιατί η έκταση υπάρχει παντού, η κίνηση υπάρχει όχι ως ένα πέρασμα μέσα από το κενό, όπως υπέθετε ο Επίκουρος, αλλά σαν μια δίνη ή σαν «ρουφήχτρα», μέσα στην οποία κάθε κίνηση δημιουργεί μια ευρύτερη περιοχή κίνησης που εκτείνεται απεριόριστα γύρω από τον εαυτό της —μια άποψη η οποία επαληθεύεται στη σύγχρονη θεωρία της βαρύτητας και των πεδίων.

Πολύ κοντά στο επίκεντρο του επικουρισμού είναι η αρχή που απαντά και στον Δημόκριτο και αρνείται ότι κάτι μπορεί να προέρχεται ή να έχει τις ρίζες του στο τίποτα. Σ' ένα ποίημα που έγραψε κάποιος αρχαίος μονιστής, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης (γεννήθηκε το 515 π.Χ.), αυτή η αρχή εκφράζεται με δύο μορφές: «Το είναι δεν μπορεί να είναι όχι είναι» και «το μη είναι πρέπει να είναι όχι είναι». Μολονότι ο Επίκουρος ήταν σταθερά προσκολλημένος σ' αυτήν την αρχή σχεδόν σε ολόκληρο το σύστημα του, κατηγορήθηκε ότι την πρόδιδε ως προς ένα σημείο —ως προς τη δίνη η οποία μερικά άτομα τα εξέτρεπε από τη συνηθισμένη συμπεριφορά τους.

Ο Επίκουρος εγκατέλειψε την πιο πάνω αρχή ως προς το σημείο αυτό, για να αποφύγει την υιοθέτηση μιας φυσικής που ήταν ασυνεπής με την αυτονομία που εκείνος παρατηρούσε στη φυσική συμπεριφορά των ανθρώπων και των ζώων.

Αλλά κατά τους Στωικούς επικριτές του οι αποκλίσεις των ατόμων ήταν ένα σκάνδαλο, αφού αυτές σημαίνουν ότι ένα γεγονός μπορεί να λαμβάνει χώρα χωρίς αίτιο. Όμως σπάνια παρατηρήθηκε ότι η δίνη είναι κυρίως μια ειδική περίπτωση —μια μετατόπιση με την ατομιστική έννοια— της θεωρίας του Αριστοτέλη για τα «συμβεβηκότα» (π.χ. για τις ιδιότητες που δεν είναι ουσιαστικές για τις υποστάσεις όπου απαντούν), δεδομένου μάλιστα ότι ένα τυχαίο περιστατικό, όπως και ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει (Μετά τα Φυσικά 1,3), λαμβάνει χώρα χωρίς αίτιο. Μια παρόμοια άποψη αναπτύχθηκε και στις ημέρες μας από τον Κάρολο Σάντερς Πηρς (Charles Sanders Peirce), φιλόσοφο των επιστημών, και ονομάζεται «τυχισμός».

Στην κατηγορία των Στωικών ότι ο Επίκουρος δεν διέθετε θεωρία για τη θεία πρόνοια και απαντούσε ότι «οι μυθικοί θεοί είναι προτιμότεροι από την ειμαρμένη» που δέχονταν οι Στωικοί. Ο τρόπος της διατύπωσης του Επικούρου, σχετικά με αυτό το θέμα, δεν πρέπει να αμαυρώνει το γεγονός ότι το πρόβλημα της θείας πρόνοιας και της εκκοσμίκευσής της υπήρξε ένα πολύ κρίσιμο πρόβλημα στη φιλοσοφία της ιστορίας ήδη από την αρχαιότητα.

Η προσπάθεια του Επικούρου να αναγάγει το αγαθό στην ηδονή αντανακλά το μοναδικό κριτήριο στο οποίο θα μπορούσε να επαφεθεί ο ίδιος, τη «μαρτυρία εκείνων των παθών που είναι άμεσα παρόντα», στα οποία ο άνθρωπος αποδίδει τη λέξη φύση. Στο επιχείρημα του ψυχολογικού ηδονισμού που υπονοείται εδώ, ο επικούρειος φιλόσοφος απαντά ότι οι άνθρωποι στην πραγματικότητα ευχαριστούνται με την ηδονή και εχθρεύονται τον πόνο -έτσι απαντά σ' έναν εγωιστικό ηθικό ηδονισμό, ο οποίος ταυτίζει το (αντικειμενικό) αγαθό με την ηδονή

Ορισμένοι διανοούμενοι έχουν ακόμη υποστηρίξει ότι ο επικούρειος εγωιστικός ηδονισμός, οσοδήποτε προνοητικός και αν είναι, πρέπει λογικά να αυτοδιαψεύδεται. Αν η άποψη είναι καθολική, ο εγωιστής πρέπει να υποστηρίζει τη μεγιστοποίηση της ηδονής του εχθρού του όπως τη δική του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε πράξεις οδυνηρές γι' αυτόν τον ίδιο. Επομένως, ολόκληρος ο κλάδος της ηθικής που καλύπτει τη συμβουλευτική ή την κριτική των άλλων δεν λαμβάνεται υπ' όψιν και τίθεται το ερώτημα αν μια τέτοια άποψη είναι δυνατόν να λαμβάνει καθόλου υπ' όψιν της την ηθική.

Από το άλλο μέρος, υποστήριξαν μερικοί ότι ο άνθρωπος υπόκειται σε αντινομίες ή αντιφάσεις, από τις οποίες κανένα σύστημα δεν μπορεί να ξεφύγει. Υπάρχουν μεγέθη στη φύση του ανθρώπου που υπερβαίνουν τα όρια του λογικού. Έτσι, οποιαδήποτε κι αν είναι η λογική του ταυτότητα, ο επικουρισμός, ως στάση απέναντι στη ζωή που ο Επίκουρος την είδε στην πιο καθαρή μορφή της, παραμένει μία από τις πιο σημαντικές μορφές που παίρνει συχνά η ανθρώπινη συμπεριφορά και, στην καλύτερη περίπτωση, έχει πετύχει έναν τύπο ασκητισμού που, ακόμη και στην αποχώρηση και στην απομόνωση, δεν αρνείται τη συντροφιά αλλά την καλοδέχεται, καθώς βρίσκει τις αγνότερες χαρές της ζωής στον μοναδικό πλούτο των ανθρώπινων συναντήσεων.

Σκοπός της Επικούρειας φιλοσοφίας ήταν, η ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου· ο δρόμος όμως προς αυτήν περνούσε μέσα από την επιστήμη της φύσης και του ανθρώπου.

Κατά τον Δημόκριτο: Υπάρχει στην περιοχή της ηθικής ένα έσχατο αγαθό, η «ευθυμία», η οποία αντιπαρατίθεται προς την απόλαυση. «Ευθυμία» είναι «η κατάσταση μόνιμης ψυχικής γαλήνης που δεν διαταράσσεται από κανένα φόβο ή καμιά δεισιδαιμονία ή συγκίνηση».

0 Comments:

Post a Comment

<< Home